«Πιαστηκα» , σκεφτηκε , και εκανε μια νωχελικη κινηση να σηκωθει από το κρεββατι.Δε μπορουσε να θυμηθει από τι ωρα κοιμοταν.Σα να ειχε περασει ενας αιωνας .Ηθελε να χαθει.Να μπορουσε να μη ξυπνουσε ποτέ.Αισθανοταν ένα κενό , εδώ και μερες.
Τιποτα δεν πηγαινε καλα στη ζωη της.Η συμβαση της ειχε ληξει, ο σπιτονοικοκυρης της ηθελε το διαμερισμα γιατι παντρευε την κορη του..και μεσα σε όλα αυτά επρεπε να πληρωσει ένα σωρο λογαριασμους που μαζευονταν απειλητικα πανω στο γραφειο της.
Πρεπει να βρω μια λυση, να βγω από το αδιεξοδο.Ορφανη εδώ και καιρο, δεν ειχε κανενα στηριγμα.Φιλους ελαχιστους, μαλλον κοινωνικες επαφες θα τις ονομαζε.Δεν εκανε ευκολα φιλιες, και ο κοσμος ηταν απομακρος μαζι της.Ασχημουλα από τη φυση της, δεν ηταν ακριβως στα προτυπα ανθρωπων που σε ελκουν να τους μιλησεις.
Το ηξερε και το ειχε αποδεχτει.Η μοναδικη σχεση της μεχρι τωρα ηταν αποτελεσμα μιας κακογουστης φαρσας συμφοιτητων της στο πανεπιστημιο.Πόσο της στοιχισε, θυμαται.Δυο μηνες εκανε να βγει από το σπιτι.Τα ματια της ειχαν πρηστει απο τα ασυγκρατητα ποταμια των δακρυων της.Αν δεν ειχε ενδιαφερθει ο καλοσυνατος ηλικιωμενος γειτονας της, δεν ηξερε και αυτή που θα βρισκοταν."Κορη μου", τη φωναζε.
Καποιος της ειπε να παρει ένα κατοικιδιο για παρεα.Δε μπορουσε να αναλαβει άλλες ευθυνες.Εδω καλα καλα δε τα εβγαζε περα με τον εαυτο της.Πως θα μπορουσε να φροντισει ένα άλλο πλασμα;
Να μπορουσα να πεταξω, σκεφτηκε.Μακρια από δω.Σε έναν άλλο κοσμο.Ειναι φορες που δεν καταλαβαινω γιατι γεννηθηκα.Τοση μοναξια πώς να την αντεξω, μονολογουσε συνεχεια, απευθυνομενη στο κενό.Η μονη απαντηση, ο αντιλαλος της φωνης της.Θα μεινω στο κρεββατι , ψιθύρισε, σαν να απευθυνοταν στον φυλακα αγγελο της.Μη με ξυπνησεις, ασε με να κοιμηθω.
1 comment:
Τι τάχα να απάντησε
στους τόπους του Μορφέα,
να είδε δράκους τρομερούς
ή ονείρατα ωραία...;
Ας είναι το τελείωμα
αυτής της ιστορίας
όνειρο ένα που έγινε
αρχή παραμυθίας...
Post a Comment