
Ξύπνησε το πρωί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλο της σε τίποτα δεν της θύμισε αυτό που τόσα χρόνια έβλεπε να ακτινοβολεί από ζωντάνια, ευτυχία και ευδαιμονία. Τη θέση του είχε καταλάβει μια σκοτεινή φιγούρα, με βλέμμα στάζοντας καχυποψία και πόνο . «Πως κατάντησα έτσι; I’m a fucked up personality», σκέφτηκε και απέστρεψε με αηδία το βλέμμα της. Η αλήθεια είναι ότι είχε παραιτηθεί από καθετί που θα ζωντάνευε και πάλι τη ζωή της. Δεν έβγαινε, απέφευγε συστηματικά τους φίλους και γνωστούς της ,οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου την είχαν εγκαταλείψει στην τύχη της. Δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που επιχείρησε να βγεί ραντεβού, είχε μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο να μουδιάζει και να παγώνει οποιαδήποτε συναισθήματα έψαχναν να ανασάνουν μέσα από σχισμές και να βγουν στην επιφάνεια. Δεν της άξιζε καμία ευτυχία. Τα ρούχα της δεν της ταίριαζαν πλέον. Είχε αδυνατήσει σε αποκρουστικό βαθμό και τα λιπόσαρκα κόκκαλα της εξείχαν σα μυτεροί βράχοι. Το σπίτι της θύμιζε ναρκοπέδιο, ρούχα και αντικείμενα λες και είχαν μετουσιωθεί σε έναν ακανόνιστο όγκο ο οποίος καταλάμβανε τον χώρο που της είχε μείνει για να αναπνεύσει.
Είχε παραιτηθεί από τα πάντα. Από την ελπίδα και από τα όνειρα.
Υπήρχε βέβαια και στιγμή στη ζωή της που ήταν ευτυχισμένη. Με τον άντρα της και τα δυο της ξανθά αγγελούδια. Κάθε μέρα που περνούσε μαζί τους είχε χαραχτεί με χρυσαφένια ροζ γραμματα στη μνήμη της .Πως να ξεχάσει τα χαχανητά τους όταν έκαναν σκανταλιές ή το κοκκίνισμα στα μαγουλάκια τους μετά το παιχνίδι; Το φιλί που με τόση γλύκα της έδιναν κάθε βράδυ, την ώρα που τα σκέπαζε στοργικά και τους έλεγε παραμύθια μέχρι να αποκοιμηθούν; Πώς να ξεχάσει το άγγιγμα του και την προστατευτική του αγκαλιά, οπού την έπαιρνε ο ύπνος κάθε βράδυ και την ταξίδευε σε τόπους ονειρικούς; Την ανιδιοτελή του αγάπη;
Πως;
Ήταν η Άτροπος, άκαμπτη και αδυσώπητη, που αποφάσισε να κόψει για πάντα το νήμα της ζωής τους εκείνο το βροχερό απόγευμα του Νοέμβρη. Μάταια τους περίμενε με λαχτάρα εκείνη την ημέρα να γυρίσουν από την καθιερωμένη επίσκεψη στο γιατρό. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον δρόμο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να φανεί το αυτοκίνητο τους και να ξεπηδήσουν οι άγγελοι της από μέσα. Όλο χαρά να της εξιστορήσουν τα ολόφρεσκα κόλπα που τους έμαθε η οδοντίατρος τους. Μάταια.
Όλα μάταια.
Το μονό που θυμάται, το βλέμμα του υπαστυνόμου όταν της ανακοίνωσε το τραγικό δυστύχημα και ένα «λυπάμαι πολύ».
Πάνε χρόνια από τότε, στοιχειωμένα με σκέψεις και εφιάλτες. Η Μοίρα δεν της χαρίστηκε, ούτε και η Ευτυχία .Τώρα αυτή, θαμμένη κάτω από το βαρύ φορτίο των αναμνήσεων της ,ακροβατεί στο φθαρμένο σκοινί της ζωής της, αδημονώντας την ημέρα της λύτρωσης της.
Του θανάτου της.
1 comment:
Δεν την αδικώ..
Είναι ολέθριο για μια μάνα...δεν έχει νόημα η ζωή της πλεον..
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές
Post a Comment